Ομιλία του Προέδρου του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Παναγή Καρέλλα, στο συνέδριο που συνδιοργάνωσε το ΕΒΕΑ με τη EuroCommerce, στις 27/9/2010, με θέμα :

Ποιες αλλαγές απαιτούνται σε δεξιότητες στον εμπορικό τομέα λόγω της παγκοσμιοποίηση, των τεχνολογικών εξελίξεων και της κρίσης

“Anticipating skill needs in the Commerce Sector”

Αγαπητοί…,

Θέλω να ευχαριστήσω τους συν – διοργανωτές της ημερίδας γιατί μου δίνεται η ευκαιρία από τη θέση του Προέδρου του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, τον οποίο και εκπροσωπώ, να αναφερθώ στην επόμενη μέρα της εμπορικής επιχείρησης.

Μου ζητήθηκε να εκφράσω την άποψή μου σχετικά με τις αλλαγές που απαιτούνται σε δεξιότητες στον εμπορικό τομέα λόγω της παγκοσμιοποίησης, των τεχνολογικών εξελίξεων και της κρίσης.

Ωστόσο, γνωρίζοντας τo ακροατήριο διερωτώμαι αν είναι πρέπον και αναγκαίο να σας κουράσω κάνοντας εκτενή αναφορά σε θέματα που είμαι σίγουρος ότι γνωρίζετε ήδη καλά. Γι’ αυτό επέλεξα να προσεγγίσω το θέμα μοιραζόμενος σήμερα μαζί σας κάποιες ανησυχίες και ασφαλώς προβληματισμούς που απασχολούν όχι μόνο τους επιχειρηματίες αλλά και τους εργαζόμενους, αφού θεωρώ ότι η αρμονική συνύπαρξή τους αποτελεί τον αναγκαίο ακρογωνιαίο λίθο της υγιούς εξέλιξης κάθε εμπορικής επιχείρησης.

Είναι γεγονός ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τη λέξη «παγκοσμιοποίηση» προκειμένου να κάνουμε λόγο για το ευρύτερο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η παγκοσμιοποίηση συνιστά φαινόμενο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό και κυρίως οικονομικό, το οποίο και ασφαλώς συνδέεται άρρηκτα με την ταχύτατη ανάπτυξη της Τεχνολογίας της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ) και τη, μέσω αυτής προώθηση της διακίνησης όχι μόνο προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και της εργασίας, του κεφαλαίου, της τεχνολογίας, του ανθρώπινου κεφαλαίου, των δομών της οργάνωσης και των θεσμών.

Όπως όλοι αντιλαμβάνεστε πρόκειται για ένα φαινόμενο πολυσχιδές και με σφαιρική διάσταση. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας μπορούμε να μιλάμε για ένα παγκόσμιο «πολιτισμό» στον οποίο η ανθρωπότητα βιώνει ταυτόχρονα, σε πραγματικό χρόνο παγκόσμιες συνέπειες – θετικές και αρνητικές- γεγονότων που λαμβάνουν χώρα σε καθημερινή βάση. Τρανό παράδειγμα αυτού που μόλις ανέφερα αποτελεί και η παγκόσμια οικονομική κρίση.

Πράγματι, το 2008 γίναμε μάρτυρες μιας παγκόσμιας τραπεζικής κρίσης, το 2009 βιώσαμε την οικονομική ύφεση ενώ το 2010 ήρθαμε αντιμέτωποι με μια δημοσιονομική κρίση, την οποία επιτρέψτε μου να θεωρώ, γενικευμένη καθώς τα κρατικά ελλείμματα των Ευρωπαϊκών κρατών είναι διογκωμένα ενώ παράλληλα τα δημόσια χρέη τους αποτελούν μια πραγματικότητα.

Υπό το πρίσμα αυτό η κρίση που χτύπησε την ελληνική οικονομία και κοινωνία οφείλεται στο γεγονός ότι στήριξε την ανάπτυξή της στην έκρηξη του ναυτιλιακού συναλλάγματος, την άνοδο του τουρισμού και τις κατασκευές, ενώ η υλική παραγωγή στον βιομηχανικό και τον αγροτικό τομέα έμενε στάσιμη ή και συρρικνώθηκε. Από το 1980 έως και σήμερα η ελληνική οικονομία μετατράπηκε σε μια οικονομία «υπηρεσιών» χάνοντας τον παραγωγικό της χαρακτήρα. Όταν λοιπόν η οικονομική κρίση έκανε την εμφάνισή της, η Ελλάδα βρέθηκε απροετοίμαστη καθώς οι τομείς στους οποίους στηριζόταν, η ναυτιλία και ο τουρισμός, μπήκαν σε κρίση. Ωστόσο η οικονομική αλλά και οποιαδήποτε κρίση μπορεί να ιδωθεί διττά, δηλαδή είτε ως «ευκαιρία» είτε ως «κίνδυνος». Η Ελλάδα νομίζω ότι πρέπει να δει την κρίση ως «ευκαιρία» και να στραφεί προς την παραγωγή προϊόντων και αγαθών με έμφαση τον εξαγωγικό προσανατολισμό.

Από την άλλη όμως είναι κοινά αποδεκτό ότι είμαστε μάρτυρες ενός νέου αναδυόμενου πολιτικού σκηνικού, στο οποίο υπερεθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων υπερισχύουν μειώνοντας τη σημασία και το ρόλο των εθνικών ταυτοτήτων μας. Και αναρωτιέται κανείς για το ρόλο και τη στάση των εθνικών κρατών έναντι αυτού του φαινομένου; Τα εθνικά κράτη λοιπόν, αναγκάζονται να αναζητήσουν νέα ανοιχτά μοντέλα για να εναρμονιστούν με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Τι θα συμβεί όμως σε περίπτωση που αρνηθούν να εναρμονιστούν; Έχουν δυνατότητα επιλογής ; Μήπως η άρνηση οδηγήσει στην περιθωριοποίησή τους ή ακόμα χειρότερα θέσει σε κίνδυνο την εθνική τους αυτονομία;

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η επανένωση της Γερμανίας, οι μετασχηματισμοί της Σοβιετικής Ένωσης και των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης και η ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν μια προσπάθεια συνύπαρξης εθνικών κρατών και υπερεθνικών κέντρων λήψης αποφάσεων.

Στο οικονομικό πεδίο από την άλλη η παγκοσμιοποίηση ταυτίζεται με την ανάπτυξη των υπερεθνικών επιχειρήσεων. Αυτές ήδη παράγουν το 25% του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και επιδιώκουν τη συνεχή τους επέκταση προκειμένου να επιβιώσουν.

Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, που εξ ορισμού είναι μεγάλου μεγέθους και έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τη διασπορά των λειτουργιών τους σε περισσότερα από ένα γεωγραφικά σημεία, στοχεύουν με τη διασπορά αυτή να βγουν κερδισμένες, εκμεταλλευόμενες τα συγκριτικά οικονομικά πλεονεκτήματα που τους προσφέρει κάθε γεωγραφικό σημείο στο όποιο είναι παρούσες.

Όταν η παγκόσμια επιχείρηση εγκαθίσταται σε ένα τόπο επιβάλλεται λόγω μεγέθους με αποτέλεσμα να επιβάλλει και τους όρους της. Στο βαθμό βέβαια που η επιχείρηση αυτή διαθέτει ευελιξία και προσαρμοστικότητα, δεν αποκλείεται να επηρεαστεί από τα δεδομένα της τοπικής οικονομίας σε κάποια σημεία. Όμως το πιο πιθανόν είναι η επιχείρηση να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στην τοπική αγορά και να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο, αφού άλλωστε αυτή είχε την πρωτοβουλία της επιλογής του τόπου εγκατάστασης.

Η ανάπτυξη των τεχνολογιών και η δυνατότητα άμεσης υιοθέτησης αυτών από τις μεγάλες επιχειρήσεις επέδρασαν δραστικά στην καθιέρωση και επικράτηση των μεγάλων και ισχυρών παικτών. Οι ΜμΕ με τη σειρά τους προκειμένου να είναι ανταγωνιστικές, στο μέτρο του εφικτού, και επιδιώκοντας την επιβίωσή τους παρακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Σε ένα τέτοιο, λοιπόν, περιβάλλον καλείται η σύγχρονη μικρή ελληνική επιχείρηση να λειτουργήσει και να επιβιώσει.

Και βεβαίως στο σημείο αυτό τίθεται ο προβληματισμός αναφορικά με τις δεξιότητες που πρέπει να έχουν εργαζόμενοι αλλά και επιχειρηματίες ώστε να ενταχθούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον, άγνωστο στους περισσότερους. Και αντιλαμβάνεστε όλοι ότι το άγνωστο προκαλεί φόβο και ανασφάλεια. Το φοβικό, λοιπόν, σύνδρομο ενδέχεται να περιοριστεί εφόσον και αν οι άνθρωποι αντιληφθούν την αναγκαιότητα της διαρκούς αναβάθμισης των δεξιοτήτων τους και ασφαλώς των γνώσεών τους.

Πράγματι, τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σύγχρονο κόσμο, για τις νέες δεξιότητες δυναμικής επιβίωσης που χρειάζεται να αναπτύξουν τα άτομα, αλλά και για τον επαναπροσδιορισμό των στόχων και των προτεραιοτήτων, στις οποίες θα πρέπει να στραφούν οι κοινωνίες εν όψει των ερχόμενων εξελίξεων.

Την παραπάνω άποψη ενισχύουν και τα επικοινωνιακά έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα οποία γίνεται λόγος για τη σπουδαιότητα της γνώσης, της δια βίου μάθησης και κατάρτισης, της καλής γνώσης ευρωπαϊκών γλωσσών και της γνώσης χειρισμού των νέων τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορίας ώστε να μπορεί το άτομο να διαχειριστεί προς όφελός του την πληροφορία. Επίσης, απαιτείται η ανάπτυξη δεξιοτήτων, όπως η διανοητική ευελιξία, οι κριτικές, δημιουργικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, οι ανοιχτές στάσεις στην αβεβαιότητα, την πολυσημία και την πολυπολιτισμικότητα, οι δεξιότητες λήψης αποφάσεων, διαπραγμάτευσης και επικοινωνίας και ασφαλώς η συναισθηματική ωριμότητα.

Ας υποθέσουμε αγαπητοί φίλοι πώς ζούμε σε μια ιδανική κοινωνία, στην οποία οι περισσότεροι μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις, μπορούν να έχουν την καλύτερη μόρφωση και εκπαίδευση, έχουν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη την ικανότητα του «συναναστρέφεσθαι» και του «συνεργάζεσθαι», διακρίνονται για την προσαρμοστικότητά τους, την ευελιξία τους, την κατανόηση του ευρύτερου περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δρουν, σέβονται τη διαφορετικότητα και έχουν συνείδηση του πώς λειτουργούν οι αποφάσεις και οι πράξεις τους στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, μπορούν άραγε έχοντας εξασφαλίσει όλα τα παραπάνω να έχουν εξασφαλίσει την απασχολησιμότητά τους εφ όρου ζωής;

Αν θέλετε την άποψή μου, σας λέω πώς αμφιβάλλω καθώς τα υπερεθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων καθορίζουν ως ένα σημείο, θα ήθελα να πιστεύω, τη βιωσιμότητα ή μη της ΜμΕ.

Άλλωστε, η νέα εργασιακή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από νέα μοντέλα απασχόλησης όπου η επαγγελματική πορεία είναι μη προβλέψιμη, ευέλικτη ως προς τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και την αμοιβή, με εναλλαγές στις υποχρεώσεις και τις δραστηριότητες, καθώς και τα δικαιώματα.

Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν τις εναλλαγές που παρατηρούνται μεταξύ άσκησης ελεύθερων επαγγελμάτων και μισθωτής εργασίας, και μεταξύ τυπικής και άτυπης εργασίας, όπου εμφανίζονται περίοδοι απασχόλησης αλλά και ανεργίας.

Τον προβληματισμό που θέλω κλείνοντας να σας μεταφέρω είναι το αν οι δεξιότητες για τις οποίες σήμερα εμείς συζητάμε είναι ικανές από μόνες τους να συμβάλλουν στην αλλαγή, στην πρόοδο, στην εξέλιξη και την επιβίωση στο νέο διαμορφούμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, αν εμείς οι ίδιοι δεν απαλλαγούμε από νοοτροπίες και πρακτικές που ανήκουν σε άλλες εποχές.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

πηγή:www.esathena.gr

Καλή επιτυχία στις εργασίες”